-->
Καλως ηρθατε στο Καλε Λαργκα

Για τον καφέ σας ή το ποτό σας...
στην πιο όμορφη γειτονιά της Κέρκυρας.

Ο Δημήτρης

To Κάλε Λάργκα λειτουργεί από το 2005. Για τον Δημήτρη, τον ιδιοκτήτη του Κάλε Λάργκα, ο Χρήστος Χωμενίδης έγραψε τον Νοέμβριο του 2011 στο ΒΗΜΑΜΕΝ το άρθρο που ακολουθεί...
Εδώ θα βρείτε το κείμενο, όπως είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό.

  • Ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγείται την ιστορία ζωής ενός πενηντάρη της διπλανής πόρτας και ανασύρει το ελιξίριο για την εποχή της μεγάλης απογοήτευσης. “ Η κοινωνία μας θα επιστρέψει στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60...” προβλέπουν τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο οι Κασσάνδρες μα και σοβαροί αναλυτές. “Θα δοκιμάσουμε ανέχεια και δυστυχία πρωτόγνωρη!” συμπληρώνουν. Ο νους μας πάει στις ασπρόμαυρες ταινίες της εποχής, με πρωταγωνιστές τον Νίκο Ξανθόπουλο και τον Βασιλάκη Καΐλα. Στη μελοδραματική – μέχρι κλαυσίγελου- ντόπια εκδοχή του ιταλικού νεορεαλισμού. Η αλήθεια είναι πως δεν έχουμε και πολλές άλλες πηγές. Οι όχι και τόσο μακρινές εκείνες εποχές, της φτώχειας και της σκληρής βιοπάλης, είχαν επί χρόνια διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη. Όσοι τις είχαν ζήσει δεν ήθελαν να τις θυμούνται, δεν τις ανακαλούσαν ούτε καν για να φρονηματίσουν τα υπερκαταναλωτικά παιδιά τους. Σύσσωμη η ελληνική κοινωνία είχε απολύτως πειστεί ότι το αύριο θα είναι πάντοτε καλύτερο από το χθες. Σήμερα, που η παραπάνω βεβαιότητα έχει βίαια ανατραπεί, χρήσιμο είναι – πιστεύω – να ακούσουμε την ιστορία του Δημήτρη.

  • Ο Δημήτρης είναι ένας στιβαρός πενηντάρης που έχει τα τελευταία χρόνια ένα μικρό μπαρ στην Κέρκυρα. Σερβίρει μόνος του τους θαμώνες, αεικίνητος, με την έγνοια του οικοδεσπότη που θέλει όλοι να περνάνε καλά. Η όψη του δεν έχει τίποτε το ταλαιπωρημένο και η συμπεριφορά του δεν αποπνέει ούτε την ελάχιστη μιζέρια. Θα στοιχημάτιζες πως πρόκειται για έναν καλοζωισμένο τύπο, για ένα νοικοκυρόπαιδο που έχει χτίσει το κορμί του στα γυμναστήρια. Ώσπου να αρχίσει να μιλάει για το παρελθόν του. “...Ο παππούς μου ήταν μανάβης στο Λουτράκι. Είχε πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Τα αγόρια τα κράτησε κοντά του και τα κορίτσια τα έστειλε σε πλούσιους να εργαστούν. Η μάνα μου ήταν δουλικό, σε ένα σπίτι στο Κολωνάκι, όταν την άφησε έγκυο ο πατέρας μου. Μάστορας δούλευε αυτός, ηλεκτρολόγος. Δέχτηκε να την παντρευτεί, αλλά τα χάλασαν στο προικοσύμφωνο. Ζητούσε 20.000 δραχμές, για να ανοίξει μαγαζί, και ο παππούς μου δεν τα έδωσε. Τους μούντζωσε και εξαφανίστηκε. Γεννήθηκα το 1960. Η πρώτη μου ανάμνηση είναι από το Λουτράκι. Μια χειμωνιάτικη νύχτα. Η γιαγιά με κρατάει στην αγκαλιά της και ο παππούς πετάει τη μάνα μου με τις κλωτσιές έξω από το σπίτι μες τη μαύρη νύχτα. Επέστρεψε εκείνη ύστερα από τρεις ημέρες και με πήρε.

  • Τα πρώτα χρόνια η μάνα μου είχε έναν γκόμενο με δικό του φορτηγό. Γυρίζαμε οι τρεις μας την Ελλάδα, καθόμουν ανάμεσά τους στο κουβούκλιο και έβλεπα την Εθνική οδό από ψηλά. Μετά εγκατασταθήκαμε στο Αιγάλεω. Σχολικό κτίριο τότε δεν υπήρχε – κάναμε μάθημα σε κάτι μαγαζιά, σε κάτι αποθήκες, αλλού η πρώτη του δημοτικού, αλλού η δευτέρα. Οι δρόμοι, χωματόδρομοι – στο πλάι τους κυλούσαν τα νερά της βροχής. Κρέας τρώγαμε μία φορά την εβδομάδα, μα δεν μας έλειπε κιόλας. Ήμουν πολύ χαρούμενο παιδί. Ακόμα και όταν με φώναζαν στη γειτονιά “μούλικο”, εγώ σκεφτόμουν ότι ο πατέρας μου μπορεί να με παράτησε, η μάνα μου όμως με κράτησε. Η θεία μου, η αδελφή της, που είχε επίσης αποκτήσει ένα παιδί χωρίς γάμο και το άφησε προσωρινά σε ένα ορφανοτροφείο, το έχασε και το έψαχνε σε όλη της τη ζωή...Ήμουν, όμως, κακός μαθητής και πολύ σκανταλιάρης. Μια μέρα κάτι σκάρωσα και ο – ας τον πούμε - πατριός μου άρπαξε ένα καλώδιο της ψηστιέρας και με χτυπούσε για μια ώρα, μέχρι που ίδρωσε. Και εγώ – αντί να βάλω τα κλάματα – του τραγουδούσα όλο και πιο δυνατά:”Σπύρο μου, Σπυράκη μου, δίνω το σακάκι μου, να’ χω την παρέα σου κι όλα τα ωραία σου...”. Τον τρέλανα.

  • Τελειώνοντας το δημοτικό, η μάνα μου με ρώτησε τρεις φορές:”Θα πας γυμνάσιο ή θα δουλέψεις;”.”Θα δουλέψω!” της απάντησα και τις τρεις. Με έστειλε την επομένη σε ένα φαναρτζίδικο στη γειτονιά. Τότε, αρχές της δεκαετίας του ‘70, όλη η Ιερά Οδός, η λεωφόρος Αθηνών, Αιγάλεω, Χαϊδάρι και τα ρέστα, ήτανε φουλ στις βιοτεχνίες και στα συνεργεία. Οι μάστορες είχαν για βοηθούς παιδάκια. Ένσημα σου κολλούσαν από τα 14, σε προσλάμβαναν όμως στη ζούλα από τα 12...Την πρώτη μέρα, θυμάμαι, κόντεψα να ψοφήσω από την κούραση. Και μόνο το να κουβαλάς μπαταρίες λεωφορείων, που ζύγιζαν 30 κιλά όταν εσύ ζύγιζες 40, αρκούσε. Γρήγορα, όμως, συνήθισα. Με έγραψε η μάνα μου και σε μια κατώτατη τεχνική σχολή στην πλατεία Κουμουνδούρου. Νυχτερινή. Τελείωνα τη δουλειά στις πέντε και στις εφτά ήμουν εκεί, μαθητής. Μη νομίζεις ότι μαθαίναμε και τίποτα ιδιαίτερα χρήσιμο. Περισσότερο θρησκευτικά κάναμε παρά μηχανολογία. Φαντάσου... Τα Σάββατα πηγαίναμε σινεμά, σε γκανγκστερικά και σε καράτε, δύο έργα με ένα εισιτήριο. Τις Κυριακές στο γήπεδο. Στην αρχή πλήρωνα, ύστερα όμως με σύστησε ένας ξάδελφός μου σε εκείνον που είχε το κυλικείο της ΑΕΚ. Πηγαινοερχόμουν στις κερκίδες, με ένα κασελάκι με πορτοκαλάδες. Ανάρπαστες γίνονταν. Κι έβλεπα και το ματς τζάμπα.

  • Στα 16 μου άρχισα να παίζω και εγώ μπάλα, στα τσικό της τοπικής ομάδας στο Αιγάλεω. Σέντερ μπακ. Δεν παίρναμε – εννοείται – φράγκο, μόνο μετά τις νίκες της ομάδας πηγαίναμε όλοι μαζί στα μπουζούκια. Εγώ, όμως, αντίθετα από τους περισσότερους φίλους μου, είχα τραύμα με τα λαϊκά τραγούδια: στο δεύτερο συνεργείο που δούλεψα, το αφεντικό είχε γκόμενα μια καρακαηδόνα, διάσημη τραγουδίστρια, και ήταν καψούρης μαζί της. Αποτέλεσμα; Όση ώρα μαστορεύαμε, ακούγαμε υποχρεωτικά τις κασέτες της και όποτε σηκώναμε το κεφάλι μας, βλέπαμε τις φωτογραφίες στους τοίχους. Μπούχτισα. Στα 18 πήγα φαντάρος. Με έστειλαν στη Θράκη, σε ένα φυλάκιο μες το δάσος, και με ξέχασαν ολόκληρο τον χειμώνα. Ούτε φαΐ δεν μου έφερναν, έτρωγα κονσέρβες προπολεμικές. Γκόμενα δεν είχα,ευτυχώς, για να φοβάμαι μη μου τα φορέσει. Τα μπουρδέλα τότε ήταν γεμάτα Ελληνίδες, έβρισκες εκείνη που σου άρεσε και γινόσουν τακτικός της. Της πήγαινες και καμιά φορά και σουβλάκια και τα τρώγατε στο κρεβάτι.

  • Απολύθηκα και προβιβάστηκα σε μάστορα φαναρτζή. Λίγο καιρό αργότερα, μου κάνει πρόταση ένας γνωστός μου να προσληφθώ ως βοηθός οδηγού σε μια εταιρεία διανομής πετρελαίου. Με τα διπλά λεφτά. Απόρησα, αλλά πήγα. Ποιο ήταν το κόλπος; Οι οδηγοί τακίμιαζαν με τους διαχειριστές των πολυκατοικιών και έκλεβαν τους υπόλοιπους ενοίκους στο πετρέλαιο ή και τους διαχειριστές. Για να μην κλέβουν πάντως και το αφεντικό, χρειαζόταν ένας δεύτερος, τσεκαδόρος. Εγώ. Την έκανα εκείνη τη δουλειά χωρίς τύψεις, διότι έβλεπα γύρω μου τον κόσμο να πλουτίζει – δεκαετία του ΄80 ήταν πια, από κανέναν σχεδόν δεν έλειπαν τα λεφτά. Θα συνέχιζα για χρόνια μάλλον, άμα δεν πάθαινα ατύχημα με το μηχανάκι. Βγήκα νοκ-άουτ για μιάμιση σεζόν, πορεύτηκα με την αποζημίωση. Παράτησα οριστικά και το ποδόσφαιρο. Μου δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να δεθώ πολύ με την κόρη μου, πιτσιρίκα τότε. Σκαρφάλωνε σαν μαϊμουδάκι στα δεκανίκια και σάλταρε στην αγκαλιά μου. Η γυναίκα μου, πάλι, μπούχτισε να με βλέπει να περιφέρομαι άπραγος μες στο σπίτι. Τότε – νομίζω – πήρε ο γάμος μας τον κατήφορο...

  • Μόλις συνήλθα, μου ’φέξε και πάλι: Ζητούσαν σοφέρ σε μια μεγάλη αμερικανικά εταιρεία, τη μεγαλύτερη τότε στην Ελλάδα, μη σου πω και στα Βαλκάνια. Ο διευθυντής, να φανταστείς, είχε Cadillac με αλεξίσφαιρα τζάμια. Με δοκίμασαν, τους άρεσα, με πήραν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου φόραγα καθημερινά γραβάτα. Μάθαινα εύκολα, κυρίως τρόπους. Είχα την όψη και τη συμπεριφορά ενός προκομμένου εργατόπαιδου, και αυτό τους άρεσε. Με εκπαίδευσαν και για σωματοφύλακα και μου έδωσαν γενναία αύξηση. Μετακόμισα από το Αιγάλεω στο Νέο Ψυχικό, κοντά στη δουλειά. Έχεις δει την ταινία “Πυρέτος το Σαββατόβραδο” με τον Τζον Τραβόλτα; - ε κάπως έτσι ήμουν. Πάντοτε χτένα στην κωλότσεπη και μπριγιαντίνη στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, μαύρο γυαλί Ray-Ban και προφυλακτικά σε πρώτη ζήτηση, είχε έρθει πια το AIDS και προσέχαμε. Σε κάποια φάση τα έφτιαξα με τη θυγατέρα του έλληνα υποδιευθυντή. Ερωτευτήκαμε, πήγα στα ίσα και τη ζήτησα από τον πατέρα της κι εκείνος, δεν έφτανε που δεν μου την έδωσε, κανόνισε να απολυθώ επιτόπου από τη δουλειά. Αν έφταιγε η κοινωνική διαφορά; Όχι ρε φίλε, η κοπέλα έφταιγε – ας είχε τα κότσια να του ρίξει δύο μούτζες και να ΄ρθει μαζί μου…

  • Άλλαξα από τότε πολλές δουλειές: Από δικό μου παιχνιδάκικο και πάγκο στη λαϊκή αγορά μέχρι πλασιέ εγκυκλοπαιδειών. Στην Κέρκυρα, ας πούμε, πρωτοήρθα για να μπω συνεταίρος σε μια τράτα και εντελώς τυχαία κατέληξα με μπαρ. Όποτε έπεφτα, ξανασηκωνόμουν και καβαλούσα το επόμενο άλογο. Το μόνο που φρόντιζα είναι να έχω τα απαραίτητα προς το ζην της κόρης μου. Για τον εαυτό μου ποτέ δεν πολυσκοτίστηκα. Για να λέμε την αλήθεια, παλιά όποιος σήκωνε τα μανίκια δεν έμενε ούτε μισή ώρα άνεργος. Θυμάμαι κάθε χάραμα στην πλατεία Ομονοίας, που την έστηναν τα μαστόρια και οι εργολάβοι τους έδιναν μεροκάματο. Το θέμα είναι ότι όλες σχεδόν οι παραγωγικές δουλειές είτε ψόφησαν με τα χρόνια είτε πέρασαν στους μετανάστες. Βιοτεχνία, χωράφι, οικοδομή… Τελευταία είχαμε γεμίσει Έλληνες που περιφέρονταν και ξόδευαν – και εγώ τουλάχιστον, που ΄μαι και αγράμματος, δεν καταλάβαινα τι δουλειά έκαναν. Οι μανατζερ με τις αστακομακαρονάδες και οι δημόσιοι υπάλληλοι που γέμιζαν τα πρωινά τις καφετέριες…

  • Αν φοβάμαι σήμερα; Φυσικά και φοβάμαι! Κυρίως για τα γεροντάκια που ήδη πηγαίνουν στα σισίτια της εκκλησίας και που σε λίγο καιρό τα βλέπω να ψάχνουν στα σκουπίδια. Φοβάμαι – και λυπάμαι – επίσης όσους θα τα στυλώσουν και θα αρνηθούν να ανασκουμπωθούν και να προχωρήσουν. Στη γειτονιά μου θυμάμαι κάτι μικρασσιάτισες γιαγιάδες να θρηνούν ακόμη την Καταστροφή του ΄22. Και ήταν 1970, είχαν περάσει 50 χρόνια...Για τον εαυτό μου, όχι, δεν φοβάμαι. Έχω έτοιμη αναλλακτική, άμα φτάσει το πράγμα στο μη παρέκει:Θα μπαρκάρω. Θα γίνω σωματοφύλακας πλοιάρχων. Τα ελληνικά βαπόρια που ταξιδεύουν στην Ασία και στην Αφρική κινδυνεύουν από πειρατές και τις ανταρσίες του ξένου πληρώματος. Καλά λεφτά και περιπέτεια...Μα κι άμα δεν μου κάτσει αυτό, ξέρεις κάτι χταπόδια που έχει η Κέρκυρα; Τα αρπάζεις με τα χέρια σου σχεδόν και τα πετάς στην κατσαρόλα...” Ο Καρλ Μένινγκερ, περίφημος αμερικανός ψυχίατρος, είχε δώσει τον πιο αποφθεγματικό ορισμό της υγείας: “Υγεία είναι η προσαρμογή των ανθρώπων στον κόσμο και στους συνανθρώπους τους, με το μέγιστο της αποτελεσματικότητας και της ευτυχίας”. Ο Δημήτρης με το πονηρό μάτι και το μόνιμο χαμόγελο, θα μπορούσε να 'ναι το μοντέλο για έναν τέτοιο ορισμό.
    (ΒΗΜΑΜΕΝ, Οκτώβριος 2011)

 
  • CaleLarga card 01
  • CaleLarga card 02
  • CaleLarga card 03
  • CaleLarga card 04
  • CaleLarga card 05
  • CaleLarga card 06
  • CaleLarga card 07
  • CaleLarga card 08
  • CaleLarga card 09

Κατάλογος

Το περιοδικό Blue της Aegean Airlines στο τεύχος 64 (Μήνας 2017), "ταξιδεύει" στην Κέρκυρα και περνάει από το Cale Larga...
Δείτε το τεύχος εδώ

Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Χρίστου Χωμενίδη, Νεαρό άσπρο ελάφι (Εκδόσεις Πατάκη, 2016), ο ήρωας πίνει κάθε πρωί τον καφέ του στο "μπαρ του Τάκη" όπως συνηθίζει να αποκαλεί ο συγγραφέας τον ιδιοκτήτη του Cale Larga.

Πολλές από τις σελίδες του βιβλίου, η Yasemin Özek τις έγραψε πίνοντας τον καφέ της καθημερινά στο Cale Larga το καλοκαίρι του 2015. Μας ευχαριστεί στον επίλογο και εμείς ανταποδίδουμε...

Επικοινωνια

Τηλέφωνο: 6943934390
E-mail: dimitris.adam@windowslive.com

Διευθυνση

Γκύλφορδ 10, Κέρκυρα 49100

Ωρες Λειτουργιας
  • ΔΕΥ - ΣΑΒ: 10:30 - 16:30 & 21:00 - 02:00
  • ΚΥΡ: 21:00 - 02:00
Top